Home / HEADER-NEWS / Η λειτουργία του ξεχωριστού και μοναδικού Σχολείου Ευρωπαϊκής Παιδείας (της Βάσως Παρτσανάκη)

Η λειτουργία του ξεχωριστού και μοναδικού Σχολείου Ευρωπαϊκής Παιδείας (της Βάσως Παρτσανάκη)

Δημοσιεύτηκε: 7:01 μμ Σεπτέμβριος 16th, 2017  


Ανοιχτή Επιστολή

Προς

Υπουργό ΥΠΠΕΘ κ. Κώστα Γαβρόγλου

Αξιότιμε κ. Υπουργέ,

Με την παρούσα επιστολή επιθυμώ να σας γνωστοποιήσω σημαντικές κατά τη γνώμη μου πληροφορίες που αφορούν άμεσα στο Σχολείο Ευρωπαϊκής Παιδείας (Σ.Ε.Π.) Ηρακλείου Κρήτης (https://seeh.eu/el/), το οποίο είναι το μοναδικό Ευρωπαϊκό Σχολείο στην Ελλάδα, και έμμεσα να συμβάλλω στη δημόσια συζήτηση για τις αλλαγές που προωθούνται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Είχα την τύχη να εργαστώ για 5 συνεχόμενα έτη στο εν λόγω σχολείο και συγκεκριμένα κατά τα έτη 2011-2016, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διεύρυνση του σχολείου, καθώς κάθε χρόνο δημιουργούταν  και μία καινούργια-επόμενη τάξη (κύκλος Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Ελληνόφωνου τμήματος και του Αγγλόφωνου τμήματος). Κατά τα έτη αυτά εργάστηκα ως εκπαιδευτικός ΠΕ40 Ισπανικής γλώσσας (στον κύκλο Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) και παράλληλα ήμουν συντονίστρια του Ευρωπαϊκού Απολυτηρίου τόσο κατά την οργάνωση και προετοιμασία των απαραίτητων διαδικασιών όσο και κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων (European baccalaureate exams) τις δύο πρώτες χρονιές  (έτη 2014-15, 2015-2016).

Το Σ.Ε.Π. είναι ένα Ευρωπαϊκό Σχολείο τύπου ΙΙ , δηλαδή οφείλει την ίδρυσή του στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό ENISA, αλλά χρηματοδοτείται, στελεχώνεται και εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας.  Στο ελληνόφωνο τμήμα, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές είναι μόνιμοι εκπαιδευτικοί ενώ στο αγγλόφωνο, καθώς και για τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών, είναι αναπληρωτές, οι οποίοι προσλαμβάνονται μέσα από μια ξεχωριστή προκήρυξη, με διαδικασία που διεξάγεται από την Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Κρήτης. Για το λόγο αυτό συγκροτείται μια Επιτροπή Επιλογής Προσωπικού, η οποία αποτελείται από τον Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης, τον Εθνικό Επιθεωρητή για τα Ευρωπαϊκά Σχολεία, τη Διεύθυνση του Σ.Ε.Π. και αιρετούς εκπροσώπους των Δασκάλων ή/και των Καθηγητών.

Το Σ.Ε.Π. ακολουθεί το ευρωπαϊκό πρόγραμμα σπουδών, τόσο στη διάρθρωση (5 χρόνια δημοτικό και 7 χρόνια γυμνάσιο, τα οποία διακρίνονται περαιτέρω σε τρείς κύκλους: 1η, 2η, 3η/ 4η, 5η/ 6η, 7η) όσο και στο περιεχόμενο της διδακτέας ύλης. Στο τέλος της 7ης γυμνασίου οι μαθητές υποβάλλονται σε 5 γραπτές δοκιμασίες (ταυτόχρονα και σε ίδια θέματα για όλα τα ευρωπαϊκά σχολεία) και σε 3 προφορικές εξετάσεις (σε θέματα που έχουν εγκριθεί από τους αρμόδιους ευρωπαίους επιθεωρητές). Η απόδοσή τους σε αυτές τις δοκιμασίες αποτελεί το 50% του τελικού βαθμού για το Ευρωπαϊκό Απολυτήριο. Το υπόλοιπο 50% εξάγεται από τη βαθμολογία τους στα δύο εξάμηνα στη διάρκεια της 7ης (στην οποία συνυπολογίζονται και οι ενδο-σχολικές εξετάσεις 1ου εξαμήνου (PREBAC)). Το στοιχείο που κάνει ενδιαφέρουσα –ως και επιβεβλημένη- την διεξοδικότερη προσέγγιση του τρόπου διάρθρωσης των Ευρωπαϊκών Σχολείων είναι ότι η απόκλιση μεταξύ Προκαταρκτικού βαθμού (Preliminary Mark) και του τελικού βαθμού του Ευρωπαϊκού Απολυτηρίου για την συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών είναι μικρότερη του ενός βαθμού (στην κλίμακα του 10). Υπάρχει λοιπόν ισχυρή αναλογική σχέση μεταξύ της διδασκόμενης ύλης και της ενδοσχολικής αξιολόγησης και εξέτασης των μαθητών με την απόδοση στις τελικές πανευρωπαϊκές εξετάσεις, γεγονός που καταδεικνύει την αξιοπιστία του συστήματος διδασκαλίας και οργάνωσης των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Οι περιπτώσεις σημαντικής απόκλισης καταγράφονται και αναλύονται ώστε να εντοπιστούν και επιλυθούν τυχόν προβλήματα και δυσλειτουργίες.

Τα μαθήματα στα οποία εξετάζονται γραπτά και προφορικά διακρίνονται σε υποχρεωτικά (μητρική και μία ξένη γλώσσα, καθώς και μαθηματικά) και σε επιλογής, τα οποία καλύπτουν μια ευρεία γκάμα επιλογών και δεν περιορίζονται στα αναμενόμενα των θεωρητικών ή/και των θετικών επιστημών. Ενδεικτικά αναφέρω ότι μπορούν να διδαχθούν και να εξεταστούν σε περισσότερες από μία ξένες γλώσσες, στη Μουσική και στα Καλλιτεχνικά. Η φιλοσοφία που διέπει την διάθρωση των μαθημάτων μας επιτρέπει να τα ξεχωρίσουμε και να τα κατατάξουμε σε τρία επίπεδα:

Στο 1ο βρίσκονται η μητρική (L1) και η 1η ξένη γλώσσα (L2) (αγγλικά, γαλλικά ή γερμανικά) και τα μαθηματικά.

Στο 2ο βρίσκονται η ιστορία, η γεωγραφία, η φιλοσοφία και η βιολογία (ή κάποιο άλλο μάθημα θετικής κατεύθυνσης: φυσική, χημεία).

Στο 3ο μαθήματα επιλογής από τη θετική, τη θεωρητική, τη μουσική, την καλλιτεχνική παιδεία και/ή από τις ξένες γλώσσες. Ανάλογα με τη διαθεσιμότητα του σχολείου και τον αριθμό των ενδιαφερόμενων μαθητών μπορεί να δοθεί η δυνατότητα στους μαθητές να διαμορφώσουν σε σημαντικό βαθμό το περιεχόμενο των σπουδών τους.

Το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι κανείς μαθητής δεν μπορεί να αποφοιτήσει χωρίς να έχει κατοχυρωμένες γνώσεις στη μητρική και σε μία τουλάχιστον ξένη γλώσσα, στα μαθηματικά, την ιστορία, τη γεωγραφία και τη φιλοσοφία, καθώς και σε ένα μάθημα θετικής κατεύθυνσης, καθώς και δεξιότητες όχι μόνο γραπτής αλλά και προφορικής έκφρασης στη μητρική και σε μία, τουλάχιστον, ξένη γλώσσα.

Παρακολουθώ όπως πολλοί ακόμη εκπαιδευτικοί και πολίτες, τη συζήτηση για τις επερχόμενες αλλαγές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έχω διαβάσει επανειλημμένα αναφορές για το International Baccalaureate αλλά καμία μνεία στο σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Θεωρώ ότι η  περαιτέρω μελέτη του όλου τρόπου λειτουργίας τους, με δεδομένη την πολυπολιτισμικότητα που τα διακρίνει και την πληθώρα κειμένων, στατιστικών στοιχείων και μελετών που έχουν γίνει και γίνονται συνεχώς γι’ αυτά, μπορεί να εμπλουτίσει τη συζήτηση και τις επιλογές που ανοίγονται για τις επερχόμενες αλλαγές στη Β/θμια εκπαίδευση. Επιπλέον, θεωρώ ότι το Υπουργείο Παιδείας θα μπορούσε να αντλήσει στοιχεία in situ και να αξιοποιήσει την ύπαρξη και λειτουργία του Σ.Ε.Π., ως σχολείο πιλότο ή πειραματικό. Από την ίδρυσή του μέχρι και σήμερα το Σ.Ε.Π. έχει αντιμετωπιστεί από τις αρμόδιες αρχές σαν μια ανειλημμένη υποχρέωση και έχω την αίσθηση ότι κανείς δεν έχει ασχοληθεί ενδελεχώς με τις ιδιαιτερότητές του αλλά και με όσα έχει να προσφέρει μέσα από τη διαφορετικότητά του στο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο θέλω να αναφερθώ αφορά στα «εσωτερικά» του Σ.Ε.Π. και συγκεκριμένα στη διαδικασία επιλογής προσωπικού, στην οποία έχω υποβληθεί για 7 συνεχόμενα χρόνια (5 επιτυχώς και 2 ανεπιτυχώς).

Ακολουθώντας την πρακτική που ίσχυε στα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά Σχολεία, η οποία έχει ωστόσο αλλάξει χωρίς η αλλαγή αυτή να αποτυπωθεί στην προκήρυξη για το Σ.Ε.Π., προηγούνται για την πρόσληψη οι φυσικοί ομιλητές (native speakers) μίας γλώσσας και συντάσσεται ξεχωριστός πίνακας αξιολόγησης γι’ αυτούς, ο οποίος πρέπει να εξαντληθεί για να προσληφθούν μη φυσικοί ομιλητές (από τον δεύτερο πίνακα). Παρόλο που στα άλλα Ευρωπαϊκά Σχολεία η δέσμευση ισχύει πλέον μόνο για τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας (L1) και για το δημοτικό, και παρά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στην επιστημολογία της διδασκαλίας ότι δεν είναι de facto καλύτερο να διδάσκεται λ.χ. η ξένη γλώσσα από φυσικό ομιλητή αλλά από κάποιον που γνωρίζει εξίσου καλά και τις δύο γλώσσες, καθώς θα λειτουργήσει ως πολιτισμικός διαμεσολαβητής για τους μαθητές του, ας παραμείνουμε στη βασική οδηγία που πριμοδοτεί τους φυσικούς ομιλητές και τους εντάσσει σε διαφορετικό πίνακα, ώστε να προηγούνται στην πρόσληψη.

Το πρώτο αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι ότι αγνοούνται όλοι οι υπόλοιποι παράμετροι, καθώς κάποιος φυσικός ομιλητής για διδασκαλία ξένης γλώσσας, πλην της αγγλικής, με το σχετικό πτυχίο, χωρίς προϋπηρεσία, χωρίς γνώση της αγγλικής (καθώς για τους φυσικούς ομιλητές δεν τίθεται σαν προϋπόθεση ούτε καν να γνωρίζουν άλλη γλώσσα, πράγμα που δεν ισχύει για τους μη φυσικούς, οι οποίοι και αποκλείονται αυτόματα αν δεν γνωρίζουν την αγγλική) χωρίς μεταπτυχιακό ή άλλο τίτλο σπουδών προηγείται από εκπαιδευτικό μη φυσικό ομιλητή, με προϋπηρεσία (ακόμη και στο ίδιο σχολείο), μεταπτυχιακό τίτλο, ξένες γλώσσες ακόμα και αν ο τίτλος σπουδών και των δύο  είναι από (το ίδιο) Ελληνικό Πανεπιστήμιο! (αναφέρομαι σε γεγονός που έχει ήδη συμβεί).

Το δεύτερο στοιχείο αφορά σε αυτή καθεαυτή την ιδιότητα του φυσικού ομιλητή. Στα χρόνια που παρακολουθώ τους πίνακες, έχω δει περιπτώσεις ανθρώπων να «αλλάζουν» κατηγορία, να πρέπει να αποδείξουν «τι είναι» επειδή δεν υπάρχει ένα σαφές πλαίσιο. Η πρώτη έλλειψη καταγράφεται από την πλευρά του Υπουργείου Παιδείας καθώς μόλις το 2015, και μετά από ενστάσεις υποψηφίων, εφοδίασε την Επιτροπή με δύο ορισμούς για το ποιος θεωρείται φυσικός ομιλητής ή ομιλητής μιας γλώσσας ως κυρίαρχης (dominant language)- ο οποίος εξισώνεται με τον φυσικό και εντάσσεται στον πρώτο πίνακα επιλογής- (έγγραφα με αρ. 127111/Η2/7-8-2015 και 133220/Η2/26-08-2015. Και τα δύο έγγραφα δίνουν –ας μου επιτραπεί η έκφραση- γλωσσολογικούς ορισμούς για τους δύο όρους, χωρίς να προσδιορίζουν σαφή κριτήρια για την αναγνώριση ενός φυσικού ομιλητή. Έτσι έχουμε περίπτωση ελληνογενούς συναδέλφου, που γεννήθηκε και πέρασε μερικά χρόνια της ζωής του στο εξωτερικό, χωρίς όμως να έχει ολοκληρώσει εκεί ούτε το δημοτικό, στη συνέχεια τελείωσε το σχολείο και το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα και θεωρείται φυσικός ομιλητής ενώ στο παρελθόν είχε τεθεί εκτός πίνακα φυσικών ομιλητών, συνάδελφος που γεννήθηκε από Έλληνες γονείς στο εξωτερικό, τελείωσε εκεί το σχολείο αλλά και το πανεπιστήμιο (για να επανέλθει στον πίνακα μερικά χρόνια αργότερα με άλλη σύνθεση επιτροπής).

 Δεν μπορεί να  μην παρατηρήσει κανείς ότι για να χαρακτηριστεί κάποιος φυσικός ομιλητής δεν θα έπρεπε να αρκεί μόνο η κατοχή υπηκοότητας της χώρας, όταν η υπηκοότητα δε συνοδεύεται από τίτλο σπουδών δευτεροβάθμιας (ή έστω υποχρεωτικής) εκπαίδευσης. Παρόλο που μπορεί να υπάρχουν περισσότερες από μία απόψεις, δεν είναι εύκολα κατανοήσιμο γιατί θεωρείται καταλληλότερος να διδάξει σε μία γλώσσα ή μία γλώσσα κάποιος που έχει περάσει κάποια χρόνια σε μία χώρα ή έχει γονέα από αυτήν από κάποιον άλλο που έχει πραγματοποιήσει σπουδές εκεί.

Πιστεύω και προτείνω ότι μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση από τη μεριά του Υπουργείου Παιδείας στο ζήτημα αυτό θα ήταν να εξετάσει την πιθανότητα η ιδιότητα του φυσικού ομιλητή (ακόμα και σαφώς ορισμένη και αποδεδειγμένη με κάποιο τίτλο σπουδών) να συνυπολογίζεται και όχι να αποτελεί αποκλειστικό παράγοντα επιλογής του εκπαιδευτικού προσωπικού του Σ.Ε.Π..

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο παρελθόν έχουν υπάρξει τρεις πίνακες, ένας με φυσικούς ομιλητές, ένας δεύτερος με έλληνες που είχαν κάνει σπουδές στο εξωτερικό και ένας τρίτος για τους υπόλοιπους, πρακτική που εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια. Επίσης ακολουθούνται, χωρίς εμφανή αιτιόλογηση,  διαφορετικές πρακτικές για τη διδασκαλία της αγγλικής, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να υπάρχει πίνακας ξεχωριστά για τη διδασκαλία της αγγλικής ως L1 και άλλος για την L2 και την ιστορία, γεωγραφία, που διδάσκονται επίσης στα αγγλικά και οι συνάδελφοι μπαίνουν ή βγαίνουν σε αυτές τις λίστες ανάλογα με την κρίση της εκάστοτε επιτροπής.

Η προκήρυξη περιλαμβάνει έναν όρο που θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι διασφαλίζει την αξιοπιστία της ιδιότητας του φυσικού ομιλητή: ο εκπαιδευτικός πρέπει να μπορεί να διδάξει στη χώρα καταγωγής του ή σε χώρα με επίσημη γλώσσα τη γλώσσα αναφοράς. Ωστόσο, ο όρος «ενεργοποιήθηκε» σχεδόν επιλεκτικά μόλις την περασμένη χρονιά με αποτέλεσμα να αποκλειστεί συνάδελφος (στην περίπτωση του οποίου θα αναφερθώ και στη συνέχεια) αλλά και τη φετινή   αποτέλεσμα να αποκλειστούν συνάδελφοι που έχουν διδάξει στο σχολείο 7 και 10 (!) χρόνια. Παραδόξως, η Επιτροπή Επιλογής απέκλεισε λόγω ακαταλληλότητας τίτλων σπουδών συναδέλφους τους οποίους είχε κρίνει κατ’ εξακολούθηση κατάλληλους για πολλά συνεχόμενα χρόνια. Πρόκειται για ανθρώπους που έχουν προσφέρει τα μέγιστα στο ιδιαίτερο αυτό σχολείο και που επωμίστηκαν τη σύνταξη και την υλοποίηση προγράμματος σπουδών εκ’ του μηδενός, που παρακολούθησαν σεμινάρια γι’ αυτό, στους οποίους έχει γίνει επένδυση σε ανθρωπο-ώρες και τους οποίους οι μαθητές χρειάζονται για την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών τους (ιδιαίτερα αυτοί που φέτος βρίσκονται στην 7η).

Η φετινή απόφαση της επιτροπής απορρίπτει συνάδελφο (μετά από 7 χρόνια προϋπηρεσίας στο σχολείο)  που έχει πτυχίο Αγγλικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας από Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο αλλά δεν μπορεί να διδάξει εκεί, επειδή δεν παρακολούθησε τα σεμινάρια Παιδαγωγικής Κατάρτισης στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Περαιτέρω απορρίπτει συνάδελφο που είναι διορισμένη εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Αυστρία (μετά από 7 χρόνια προϋπηρεσίας στο Σ.Ε.Π.) με πτυχίο Ιστορίας (την οποία δίδασκε μέχρι την περασμένη χρόνια μαζί με τη Γεωγραφία στα γερμανικά) και Κοινωνιολογίας με το αιτιολογικό ότι δεν μπορεί να διδάξει τη γερμανική γλώσσα ως δεύτερη ξένη γλώσσα στην … Αυστρία. (Αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί να αποδείξει ότι μπορεί να διδάξει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Αυστρία τα γερμανικά ως… ξένη γλώσσα).

Επιπλέον, με τη φετινή απόφαση της Επιτροπής, απορρίπτεται συνάδελφος Άγγλος με πτυχίο Φιλοσοφίας (όλες οι σπουδές στην Αγγλία) μετά από 10 χρόνια προϋπηρεσίας στο σχολείο και ενώ έχει διδάξει με ιδιαίτερη επιτυχία τα Αγγλικά στον τρίτο κύκλο σπουδών (6η, 7η) της Δευτεροβάθμιας και έχει ουσιαστικά προετοιμάσει τους μαθητές τα τελευταία χρόνια για τις εξετάσεις του BAC, με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να διδάξει την Αγγλική γλώσσα στην Β/θμια Εκπαίδευση στην Αγγλία (όπου φυσικά διδάσκεται ως μητρική και όχι ως ξένη γλώσσα).

Θα ήθελα να σημειώσω επίσης, ότι στη φετινή προκήρυξη έχει προστεθεί όρος που έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα της διατύπωσης περί ικανότητας διδασκαλίας σε χώρα η οποία έχει ως επίσημη τη γλώσσα ενός φυσικού ομιλητή και ουσιαστικά κάνει ακόμα πιο σχετική την ιδιότητα αυτή. Πιο συγκεκριμένα στη φετινή προκήρυξη και μόνο στην παράγραφο που αναφέρονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, και όχι στα γενικά και τυπικά προσόντα πρόσληψης, έχει προστεθεί «ή χώρα λήψης πτυχίου» μέσα σε παρένθεση, δηλαδή μπορεί να κάνει χρήση της ιδιότητας του φυσικού ομιλητή χωρίς κανένα τίτλο σπουδών από τη χώρα αναφοράς (απλώς με υπηκοότητα) και να έχει το δικαίωμα να διδάξει στο Σ.Ε.Π. ως φυσικός ομιλητής με το πτυχίο που έχει πάρει στην… Ελλάδα. Η υπηκοότητα αρκεί για να είναι φυσικός ομιλητής (χωρίς τίτλο σπουδών) και το πτυχίο της Ελλάδας αρκεί για να έχει επαγγελματικά δικαιώματα στο Σ.Ε.Π.. Την ίδια στιγμή αποκλείεται κάποιος που έχει ολοκληρώσει όλες τις σπουδές του στο εξωτερικό  αλλά δεν μπορεί να διδάξει στη χώρα αναφοράς, αν εκεί τα επαγγελματικά δικαιώματα διέπονται από διαφορετικούς κανόνες (ήδη έχουν αναφερθεί παραπάνω τέτοιες περιπτώσεις). Νομίζω ότι η αδικία ως προς τους τυχόν Έλληνες και μη, οι οποίοι έχουν σπουδές στη χώρα αναφοράς είναι παραπάνω από φανερή, καθώς και η αντίφαση ως προς το αρχικό πνεύμα της προκήρυξης.

Τέλος σε σχέση με την αναγνώριση της ιδιότητας της κυρίαρχης γλώσσας, από όσο μπορώ να ερμηνεύσω τις αποφάσεις της Επιτροπής τη φετινή χρονιά, με δεδομένο ότι το σχετικό έγγραφο περιλαμβάνει έναν ευρύ ορισμό, η απόδοση της ιδιότητας αυτής έχει εξισωθεί με την παραμονή κάποιων ετών στη χώρα αναφοράς, αφού από την περασμένη χρονιά στη φετινή κάποιοι συνάδελφοι απέκτησαν την «πολυπόθητη ιδιότητα»…

Σε ότι αφορά στους πίνακες κατάταξης, έχουν υπάρξει περιπτώσεις διαφορετικής μοριοδότησης των ίδιων δημοσιεύσεων χωρίς περαιτέρω αιτιολόγηση, προσπέρασης του δεύτερου στη λίστα κατάταξης και  πρόσληψης του τρίτου χωρίς καμία εξήγηση αλλά και απόρριψης με τα ίδια πιστοποιητικά χωρίς αλλαγή της προκήρυξης (όπως ανέφερα και παραπάνω).

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να αναφερθώ πιο λεπτομερώς στην περίπτωση συναδέλφου που βρέθηκε εκτός σχολείου την περασμένη χρονιά και για τον οποίο υπήρξαν κινητοποιήσεις από σωματεία ενώ ο ίδιος με δημόσια δήλωσή του έκανε καταγγελία για «πολιτική- συνδικαλιστική δίωξη». Παραθέτω τα στοιχεία: ο εν λόγω συνάδελφος έχει αμερικανική υπηκοότητα, καθώς γεννήθηκε στις Η.Π.Α. και επιπλέον οι δύο γονείς του είναι αμερικανοί πολίτες. Έχει απολυτήριο λυκείου, πτυχίο και μεταπτυχιακό στη φυσική από ελληνικό πανεπιστήμιο, διδακτορικό στη μαθηματική φυσική από αγγλικό πανεπιστήμιο καθώς και κάποιες δημοσιεύσεις. Έχει εργαστεί επίσης και ως ΠΔ/407 στο τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Για τρία χρόνια εργαζόταν στο Σ.Ε.Π. ως μαθηματικός στο αγγλόφωνο τμήμα (από τον πίνακα φυσικών ομιλητών). Την περασμένη χρονιά απορρίφθηκε από τον πίνακα μαθηματικών επειδή δεν έχει βασικό τίτλο σπουδών στην επιστήμη αυτή και επειδή δεν προσκόμισε έγγραφο ότι μπορεί να διδάξει το μάθημα αυτό σε αγγλόφωνη χώρα (το οποίο ζητήθηκε για πρώτη φορά και μόνο από αυτόν). Επισημαίνω εκ’ νέου ότι το εν λόγω δικαιολογητικό δεν είχε ζητηθεί από κανέναν υποψήφιο μέχρι την περασμένη χρονιά. Ο συνάδελφος δίδαξε και πάλι στο Πανεπιστήμιο Κρήτης στο τμήμα Εφαρμοσμένων Μαθηματικών ως μεταπτυχιακός υπότροφος τη φετινή χρονιά, έκανε ξανά αίτηση, προσκομίζοντας το QTS για τη φυσική και τα μαθηματικά, πιστοποιητικό που του δίνει το δικαίωμα να διδάξει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Αγγλία αλλά… απορρίφθηκε εκ’ νέου, επειδή δεν έχει βασικό τίτλο σπουδών και δεν μπορεί να διδάξει στην Ελλάδα τα μαθηματικά σε δημόσιο σχολείο. Ευτυχώς που του αναγνωρίστηκε η ολοφάνερη συνάφεια του διδακτορικού του τίτλου στη Μαθηματική Φυσική ως προς τον βασικό τίτλο σπουδών και πιθανότατα θα προσληφθεί ως φυσικός στο Σ.Ε.Π. Η Επιτροπή Επιλογής για δύο συνεχόμενα χρόνια κρίνει ανεπαρκή να διδάξει μαθηματικά (παρόλο που κατέχει διδακτορικό τίτλο στη μαθηματική φυσική) ένα συνάδελφο με πλήρη ακαδημαϊκά προσόντα, ο οποίος έχει διδάξει ήδη στο σχολείο, μπορεί να διδάξει σε αγγλικά σχολεία και έχει διδάξει στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση το εν λόγω μάθημα.

Όλα τα παραπάνω εγείρουν υποψία αδιαφάνειας στις αποφάσεις της Επιτροπής Επιλογής Προσωπικού  και συνάδουν στη δημιουργία κλίματος ανασφάλειας στους υποψήφιους-αιτούντες εκπαιδευτικούς για αναπληρωτές στο Σ.Ε.Π. Η δημιουργία ενός σαφούς ορισμένου πλαισίου και ξεκάθαρων οδηγιών μοριοδότησης από το ΥΠΠΕΘ θα μπορούσαν να λύσουν το πρόβλημα που έχει περιγραφεί παραπάνω. Επιπλέον, θα ήθελα να σημειώσω ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής Επιλογής Προσωπικού των τελευταίων χρόνων λειτουργούν ανασταλτικά για τους εκπαιδευτικούς που έχουν εργαστεί και εργάζονται στο Σ.Ε.Π.: έχουν στείλει ένα μήνυμα ότι δεν έχει σημασία η δουλειά, η προσφορά και η δημιουργικότητα, ούτε τα ακαδημαϊκά προσόντα αυτά καθεαυτά, αντίθετα εγείρονται υποψίες ότι πιθανών οι δημόσιες και προσωπικές σχέσεις παίζουν μεγαλύτερο ρόλο.

Τελικά οι μαθητές μας και η πρόοδος τους είναι αυτοί που δεν λαμβάνονται υπόψη γιατί αντίθετα από την κοινή λογική αλλά και την συνεχή παραίνεση από πλευράς των Ευρωπαίων Επιθεωρητών που αξιολογούν σε τακτά διαστήματα το Σ.Ε.Π., ώστε να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίζεται η συνέχεια στην παρουσία των εκπαιδευτικών, οι τελευταίοι δεν νιώθουμε να ακούγεται η φωνή και να αναγνωρίζονται οι κόποι μας.

Νιώθω ότι όφειλα να στείλω αυτή την επιστολή στον Υπουργό Παιδείας αλλά και σε έναν Πανεπιστημιακό δάσκαλο για να εκφράσω την άποψή μου σε θέματα που αφορούν στο Σ.Ε.Π.. Το όφειλα επίσης στην έντονη και επιτυχημένη προσπάθεια που κατεβάλλαμε μαζί με την πλειοψηφία των συναδέλφων μου τα πέντε χρόνια στο σχολείο, κατά τη διάρκεια των οποίων προσπαθήσαμε να συγκεράσουμε τις -κάποιες φορές- αντικρουόμενες πρακτικές μεταξύ του Ελληνικού Υπουργείου Παιδείας και της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Σχολείων και κληθήκαμε να κάνουμε πολλές περισσότερες δουλειές από αυτή του εκπαιδευτικού μέσα στην τάξη. Εξαιτίας της φύσης του σχολείου, ήμασταν γραμματείς, λογιστές, συντονιστές σε πολλαπλά προγράμματα. Το Ευρωπαϊκό Σχολείο είναι οργανωμένο στο εσωτερικό του με ένα τρόπο που αξίζει να μελετηθεί γιατί έχει πολλά να προσφέρει στο ελληνικό σύστημα.

Θεωρώ ότι η δουλειά των εκπαιδευτικών στο Σ.Ε.Π.  δεν εκτιμήθηκε από τις Διοικητικές Αρχές και την Επιτροπή Επιλογής. Η παρούσα είναι μια ανοικτή επιστολή γιατί πρέπει να φτάσει και στα αυτιά αυτών που εκτίμησαν προσπάθεια των συναδέλφων: στους μαθητές και τους γονείς τους.

Το Σ.Ε.Π. είναι ένα ξεχωριστό σχολείο και αν κάποιος στην κατάλληλη θέση ασχοληθεί με την περίπτωσή του, θα μπορέσει να βρει το στίγμα και τον προορισμό του. Είναι ή θα μπορούσε να γίνει ένα πολυπολιτισμικό σχολείο αναφοράς και πειραματισμού, συνομιλίας ανάμεσα στο ελληνικό και το ευρωπαϊκό σύστημα.

Με τιμή,

Βάσω Παρτσανάκη

Εκπαιδευτικός ΠΕ40 Ισπανικής Γλώσσας & ΠΕ04.1 Φυσικής

MA Διδακτική της Ισπανικής ως Δεύτερη Γλώσσα (UNED)


 

Σχολιάστε το άρθρο

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί Required fields are marked *

*

Δημοφιλή άρθρα



Sorry. No data so far.

x

ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΤΕ ?

Ένταξη του μαθήματος της κολύμβησης στο ΕΣΠΑ

Εγκρίθηκε από την Υπουργό κ. Νίκη Κεραμέως και την αρμόδια Υφυπουργό κ. ...