Home / HEADER-NEWS / ΣτΕ – Η αίτηση ακύρωσης του Σ.Α.Ν. κατά του Ενιαίου Τύπου Ολοήμερου Νηπιαγωγείου με ημερομηνία κατάθεσης 28/9/2016

ΣτΕ – Η αίτηση ακύρωσης του Σ.Α.Ν. κατά του Ενιαίου Τύπου Ολοήμερου Νηπιαγωγείου με ημερομηνία κατάθεσης 28/9/2016

Δημοσιεύτηκε: 8:06 μμ Νοέμβριος 21st, 2016  


nipiagogoi

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΑΙΤΗΣΗ…….

ΚΑΤΑ

Του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Παιδείας, ‘Ερευνας και Θρησκευμάτων, που κατοικοεδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής, οδός Αν. Παπανδρέου αριθμός 37.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ

  1. Της υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 (ΦΕΚ/τ.Β΄/2670/26-8-2016) απόφασης του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων περί καθορισμού του Ωρολόγιου Προγράμματος Ενιαίου Τύπου Ολοήμερου Νηπιαγωγείου.
  2. Κάθε άλλης συναφούς, προγενέστερης ή μεταγενέστερης, πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως.
Συνοπτική έκθεση των τιθέμενων νομικών ζητημάτων

1. Παράβαση ουσιαστικής διάταξης νόμου, ήτοι μη έκδοση Προεδρικού Διατάγματος.

2. Παράβαση ουσιαστικής διάταξης νόμου, ήτοι μη τήρηση εκ του νόμου τεθείσας προδικασίας.

3. Παράβαση ουσιαστικής διάταξης νόμου, ήτοι αναγνώριση διοικητικών αρμοδιοτήτων σχολικών συμβούλων.

4. Παράβαση αρχών ισότητας, αμεροληψίας και αξιοκρατίας.

5. Παραβίαση άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος.

6. Παραβίαση του άρθρου 22 παρ. 1 του Συντάγματος και του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

 

Αθήνα, 28 Σεπτεμβρίου 2016

…………………………

Με έννομο συμφέρον προσφεύγουμε ενώπιον του Δικαστηρίου Σας και ζητούμε την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 (ΦΕΚ/τ.Β΄/2670/26-8-2016) απόφασης του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων περί  καθορισμού του Ωρολόγιου Προγράμματος Ενιαίου Τύπου Ολοήμερου Νηπιαγωγείου, καθώς και κάθε άλλης συναφούς, προγενέστερης ή μεταγενέστερης, πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως, για τους κάτωθι προβαλλομένους νομίμους, βασίμους και αληθείς λόγους, καθώς και όσους επιφυλασσόμεθα να προσθέσουμε στο μέλλον, νομίμως και εμπροθέσμως.

Α. ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Ι. Με την υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 Υπουργική Απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 2525/1997 (Α΄ 188), καθορίστηκε Ενιαίος Τύπος Ολοήμερου Νηπιαγωγείου σε όλα τα Νηπιαγωγεία της χώρας και αναμορφώθηκε το διδακτικό ωράριο και ωρολόγιο πρόγραμμά τους το οποίο θα εφαρμοστεί από το σχολικό έτος 2016-2017, ως εξής:

«1. Το υποχρεωτικό ωράριο λειτουργίας στον Ενιαίο Τύπο Ολοήμερου Νηπιαγωγείου ξεκινά για όλα τα τμήματα στις 8:30 και εκτείνεται έως τις 13:00 (είκοσι πέντε -25- διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως), ενώ το προαιρετικό ολοήμερο πρόγραμμα εκτείνεται έως τις 16:00.

  1. Δύναται να λειτουργήσει πρόωρη υποδοχή, αν υπάρχουν αιτήσεις γονέων, από 7:45- 8:30 μόνο για τους μαθητές που επιλέγουν το προαιρετικό ολοήμερο πρόγραμμα (13:00 -16:00) Ο ελάχιστος αριθμός για τη λειτουργία του τμήματος Πρόωρης Υποδοχής είναι τα 5 νήπια και προνήπια.
  2. Το Εβδομαδιαίο Ωρολόγιο Πρόγραμμα Διδασκαλίας (ΕΩΠΔ) συντάσσεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου από τον/την Δ/ντή-Δ/ντρια, Προϊσταμένο/μένη του Νηπιαγωγείου σε συνεργασία με το Σύλλογο Διδασκόντων και τον/τη Σχολικό/η Σύμβουλο. Το ΕΩΠΔ βασίζεται σε παιδαγωγικά κριτήρια και στο πλαίσιο αυτό αξιοποιείται το υποχρεωτικό διδακτικό ωράριο των εκπαιδευτικών και οι διδακτικές ώρες για τις οποίες έχουν τοποθετηθεί στη σχολική μονάδα. Στη συνέχεια το Εβδομαδιαίο Ωρολόγιο Πρόγραμμα Διδασκαλίας υποβάλλεται σε τρία αντίγραφα στον/στην αρμόδιο/α Σχολικό/η Σύμβουλο για θεώρηση, ο οποίος επιστρέφει ένα θεωρημένο αντίγραφο στο σχολείο και ένα στέλνει για ενημέρωση στον/στην οικείο/α Διευθυντή/ντρια Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Αντίγραφο του πρακτικού Συλλόγου Διδασκόντων α) επισυνάπτεται στο Εβδομαδιαίο Ωρολόγιο Πρόγραμμα Διδασκαλίας του Σχολείου και β) αναρτάται σε εμφανές σημείο στο γραφείο των εκπαιδευτικών.

Ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες του κάθε νηπιαγωγείου το Ωρολόγιο Πρόγραμμα   μπορεί να αναπροσαρμόζεται από τους/τις νηπιαγωγούς, ύστερα από συνεργασία με τον/τη Σχολικό/ή Σύμβουλο Προσχολικής Αγωγής.

  1. Κατά τη σύνταξη των ωρολογίων προγραμμάτων σε καμία περίπτωση, δεν παραβιάζεται το εργασιακό και διδακτικό ωράριο των εκπαιδευτικών το οποίο ορίζεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
  2. Οι νηπιαγωγοί κατά την εφαρμογή του ωρολογίου προγράμματος είναι απαραίτητο να λαμβάνουν υπόψη τους τις παιδαγωγικές αρχές και τους στόχους του Διαθεματικού Ενιαίου Πλαισίου Προγραμμάτων Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) και του Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών (Α.Π.Σ.) για το Νηπιαγωγείο καθώς και την πολυμορφία και ανομοιογένεια κάθε τάξης νηπιαγωγείου, δίνοντας προτεραιότητα στα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες των μαθητών. Οι δραστηριότητες που αφορούν τις μαθησιακές περιοχές του ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ αναπτύσσονται σύμφωνα με τη διαθεματική προσέγγιση της γνώσης και μπορούν να λάβουν τη μορφή Σχεδίου Εργασίας (project), θεματικής προσέγγισης ή διαθεματικών οργανωμένων δραστηριοτήτων. Το παιχνίδι (ελεύθερο ή οργανωμένο) κατέχει πρωτεύοντα ρόλο στην εξέλιξη του προγράμματος ως κυρίαρχο μέσο ανάπτυξης, μάθησης και κοινωνικοποίησης των παιδιών.
  3. Με απόφαση και σχετική πράξη του Συλλόγου Διδασκόντων ορίζονται ο/οι εκπαιδευτικός/οί που διδάσκουν στο υποχρεωτικό πρόγραμμα και ο/οι εκπαιδευτικός/οί που διδάσκουν στο Ολοήμερο Πρόγραμμα. Σε περίπτωση διαφωνίας την οριστική λύση δίνει ο/η Σχολικός/ή Σύμβουλος. Το Τμήμα Πρόωρης Υποδοχής μαθητών αναλαμβάνει ο/η εκπαιδευτικός που διδάσκει στο υποχρεωτικό πρόγραμμα. Αντίγραφο του πρακτικού Συλλόγου Διδασκόντων στο οποίο αναφέρονται οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι διδάσκουν στο υποχρεωτικό και στο Ολοήμερο Πρόγραμμα, κοινοποιείται: α) στον/στην οικείο/α Σχολικό/ή Σύμβουλο, β) στον/στην οικείο/α Διευθυντή/ντρια Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, γ) επισυνάπτεται στο Εβδομαδιαίο Ωρολόγιο Πρόγραμμα Διδασκαλίας Ολοήμερου Προγράμματος και δ) αναρτάται σε εμφανές σημείο στο γραφείο των εκπαιδευτικών.
  4. Σε όλα τα Ενιαίου Τύπου Ολοήμερα Νηπιαγωγεία είναι δυνατόν να λειτουργήσει Ολοήμερο Πρόγραμμα με τις εξής προϋποθέσεις:
  5. Στα 1/θέσια Νηπιαγωγεία ο ελάχιστος αριθμός για τη λειτουργία του Ολοήμερου προγράμματος είναι 5 φοιτώντες μαθητές (νήπια/ προνήπια).
  6. Στα 2/θέσια Νηπιαγωγεία ο ελάχιστος αριθμός για τη λειτουργία του Ολοήμερου προγράμματος είναι 10 φοιτώντες μαθητές (νήπια- προνήπια).
  7. Στα 3/θέσια και άνω Νηπιαγωγεία ελάχιστος αριθμός για τη λειτουργία του Ολοήμερου προγράμματος είναι 14 φοιτώντες μαθητές (νήπια/ προνήπια).

Όταν ο αριθμός των φοιτώντων μαθητών στο Ολοήμερο Πρόγραμμα είναι χαμηλότερος των όσων προβλέπονται παραπάνω τότε αναστέλλεται η λειτουργία του τμήματος με Απόφαση του/της Περιφερειακού/κής Διευθυντή/ντριας Εκπαίδευσης, ύστερα από αιτιολογημένη πρόταση του/της οικείου/ας Σχολικού/κής Συμβούλου και του/της Διευθυντή/ντριας Εκπαίδευσης.

  1. Εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, με ευθύνη του/της Δ/ντή-Δ/ντριας, Προϊσταμένου/μένης της σχολικής μονάδας, συντάσσεται και αποστέλλεται στην οικεία Διεύθυνση αναλυτική κατάσταση φοιτώντων μαθητών στο Ολοήμερο Πρόγραμμα και στο Τμήμα Πρόωρης Υποδοχής μαθητών/τριών, η οποία κοινοποιείται και στον/στην οικείο/α Σχολικό/ή Σύμβουλο.
  2. Με απόφαση του Περιφερειακού Υπηρεσιακού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.Π.Ε.) είναι δυνατό να τροποποιείται η ώρα έναρξης και λήξης των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων του Νηπιαγωγείου αναλόγως των τοπικών ή άλλων συνθηκών χωρίς να μεταβάλλεται η χρονική διάρκειά τους.
  3. Με εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων δύναται να ρυθμίζονται θέματα εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής φύσης, λειτουργίας, κτλ. των Νηπιαγωγείων που αφορούν στο Ωρολόγιο Πρόγραμμα.
  4. Από την δημοσίευση της παρούσας Υ.Α στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης παύει να ισχύει κάθε άλλη διάταξη αντίθετη με όσα αναφέρονται σε αυτή.»

Η προσβαλλόμενη πράξη περιέχει κανονιστικές ρυθμίσεις, που δεν προβλέπονται εκ του νόμου και σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να βρεί έρεισμα στις διατάξεις αυτού, προκειμένου να τον ερμηνεύσει και να παρέχει οδηγίες στις υπηρεσίες. Υπό την έννοια αυτή, στερείται του χαρακτήρα της εγκυκλίου, φέρει κανονιστικό χαρακτήρα και παραδεκτώς προσβάλλεται δια της παρούσας αιτήσεως ακυρώσεως.

Σε κάθε δε περίπτωση, παραδεκτώς προσβάλλεται με την παρούσα αίτησή μας η εγκύκλιος, προς εκτέλεση των ως άνω διατάξεων των νόμων, δεδομένου, ότι στο δικαϊκό μας σύστημα δεν χωρεί ευθεία προσβολή τυπικού νόμου.

Θα πρέπει κατά συνέπεια, όλως επικουρικώς να θεωρηθεί, ότι η αίτηση ακυρώσεως στρέφεται κατά της «σιωπηρής έγκρισης» της εκτέλεσης των εν λόγω διατάξεων από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία είναι η κατά το Σύνταγμα αρμόδια για την εκτέλεση των νόμων εξουσία. Η σιωπηρή αυτή έγκριση τεκμαίρεται είτε από σχετικά, μεταγενέστερα του νόμου, έγγραφα της Διοικήσεως μη συνιστώντα εκτελεστές διοικητικές πράξεις, πάντως δε από την έναρξη των υλικών ενεργειών εκτέλεσης αυτών. (ΣτΕ 391/2008 Ε/7μελούς). Σε διαφορετική περίπτωση είναι προφανές, ότι παραβιάζεται το δικαίωμά μας για αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά παράβαση των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της Ε.Σ.Δ.Α.

Συνεπεία των ανωτέρω παραδεκτώς ασκείται η επίδικος αίτηση ακυρώσεως.

               Η εν λόγω διάταξη δημιουργεί πλείστα όσα προβλήματα στον κλάδο μας, ενώ συνιστά κατάφωρη παραβίαση Συνταγματικών διατάξεων και ως εκ τούτου, νομίμως και βασίμως τίθεται υπό τη βάσανο των συνταγματικών αρχών και κανόνων, που αναπτύσσονται αναλυτικώς κατωτέρω.   Β. ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

Β.1. Πρώτος Λόγος Ακυρώσεως: Παράβαση ουσιαστικής διάταξης νόμου, ήτοι μη έκδοση Προεδρικού Διατάγματος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παραγράφου 9 περίπτωση (εε) του Ν. 1566/1985 (ΦΕΚ 167/τ.Α΄) την οποία επικαλείται και η προσβαλλομένη, καθορίζεται ότι: «9. α) Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με: (αα) την οργάνωση και λειτουργία των νηπιαγωγείων, (ββ) την εισαγωγή νηπίων, (γγ) την έναρξη, τη λήξη και τη διακοπή των μαθημάτων κατά τους χειμερινούς ή τη συνέχισή τους κατά τους θερινούς μήνες σε ορισμένες περιοχές της χώρας, (δδ) την παρεχόμενη στα νήπια προσχολική αγωγή και τα διδασκόμενα μαθήματα, (εε) το εβδομαδιαίο ωρολόγιο και αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας και αγωγής των νηπίων,».

Η προσβαλλόμενη όμως υπουργική απόφαση καθόρισε αυθαίρετα το ωρολόγιο πρόγραμμα των ολοήμερων νηπιαγωγείων για το σχολικό έτος 2016-2017 και εφεξής, χωρίς να εκδοθεί το αντίστοιχο κανονιστικό προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται ευθέως ουσιαστική διάταξη νόμου και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη να καθίσταται ακυρωτέα.

Β.2. Δεύτερος Λόγος Ακυρώσεως: Παράβαση ουσιαστικής διάταξης νόμου, ήτοι μη τήρηση εκ του νόμου τεθείσας προδικασίας.

Σύμφωνα με βασική αρχή του διοικητικού δικαίου, όταν στις κείμενες διατάξεις προβλέπεται ότι για την έκδοση μιας πράξης χρειάζεται γνωμοδότηση, κατά κανόνα το όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα, οφείλει πριν την έκδοση της διοικητικής πράξης να ζητήσει και να λάβει υπόψη του τη γνωμοδότηση, η οποία διατυπώνεται ύστερα από ερώτημα του οργάνου που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα. Η γνωμοδότηση, εφόσον είναι απλή, δεν δεσμεύει το όργανο που έχει αποφασιστική αρμοδιότητα, αλλά μπορεί να αποφασίσει και διαφορετικά, αλλά στην περίπτωση αυτή η εκδοθείσα διοικητική πράξη οφείλει να είναι ειδικά αιτιολογημένη. Σε κάθε περίπτωση η γνωμοδότηση πρέπει να είναι έγγραφη, αιτιολογημένη και χρονικώς επίκαιρη κατά το περιεχόμενό της, (Επ. Σπηλιωτόπουλου Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, σελ. 150).

Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 3 του Ν. 2525/1997, την οποία επικαλείται η υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 Υπουργική Απόφαση, ορίζεται ότι: «3. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη (η υπογράμμιση δική μας) του Παιδαγωγικού ινστιτούτου, καθορίζεται το πρόγραμμα διδασκαλίας και δημιουργικής απασχόλησης, που εφαρμόζεται στο ολοήμερο Νηπιαγωγείο, καθώς και το ωράριο εργασίας, τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των νηπιαγωγών του ολοήμερου Νηπιαγωγείου. Με όμοια απόφαση, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση των Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, μετατρέπονται σταδιακά τα λειτουργούντα Νηπιαγωγεία σε ολοήμερα Νηπιαγωγεία, εφόσον εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις λειτουργίας αυτών σε διδακτικό προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή.»

Στην υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 Υπουργική Απόφαση και ήδη προσβαλλόμενη, αναφέρεται ότι έχει ληφθεί υπόψη, προς έκδοσή της, η «13. με αριθμ. 29/21-07-2016 πράξη του Δ.Σ. του ΙΕΠ». Στην ως άνω απόφαση όμως του αρμόδιο γνωμοδοτικού οργάνου ήτοι του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση σχετική επί του θέματος, ήτοι καμία γνωμοδότηση δεν έχει εγκριθεί αναφορικά με το επίμαχό ζήτημα, ήτοι την μεταβολή του ωρολογίου προγράμματος των Ολοήμερων Νηπιαγωγείων.

Είναι λοιπόν σαφές ότι η υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 Υπουργική Απόφαση, εκδόθηκε χωρίς την ύπαρξη της γνωμοδότησης που απαιτεί ο νόμος και ως εκ τούτου πάσχει από ακυρότητα, από τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία δεν εκδόθηκε μη δεχόμενη μια κάποια γνωμοδότηση του αρμόδιου γνωμοδοτικού οργάνου του ΙΕΠ, αλλά τουναντίον χωρίς την ύπαρξη της παραμικρής γνωμοδότησης του ΙΕΠ. Η ως άνω παράλειψη συνιστά ανεπίτρεπτη υπέρβαση της αρμοδιότητας καθώς παραβιάζεται ουσιαστική διάταξη νόμου και για το λόγο αυτό πρέπει να ακυρωθεί με απόφαση του Δικαστηρίου Σας. Η υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 Υπουργική Απόφαση και ήδη προσβαλλόμενη, όφειλε να αναφέρεται σε συγκεκριμένη γνωμοδότηση του ΙΕΠ και όχι να επικαλείται μια άσχετη επί του θέματος απόφαση του γνωμοδοτικού οργάνου.

Συνεπώς η διοίκηση παραβιάζει, με την έκδοση της προσβαλλόμενης, ουσιαστική διάταξη νόμου και ειδικότερα την παρ. 3 του άρθρου 3 του Ν. 2525/1997 και επομένως, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η προσβαλλομένη, παρίσταται ακυρωτέα.

 

Β.3. Τρίτος Λόγος Ακυρώσεως: Παράβαση ουσιαστικής διάταξης νόμου, ήτοι αναγνώριση διοικητικών αρμοδιοτήτων σχολικών συμβούλων.

Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Φ.353.1/324/105657/Δ1 (τ. Β΄1340/2002) υπουργική απόφαση, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 29195/ΓΔ4/19-2-2016 (τ. Β’ 394/2016),  καθορίστηκαν τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες των σχολικών συμβούλων και ειδικότερα στις παρ. 1 και 6 του άρθρου 7 αυτά των συμβούλων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης ως εξής: «1. Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (προσχολικής αγωγής, ειδικής αγωγής και δημοτικής Εκπαίδευσης) έχουν την ευθύνη της επιστημονικής και παιδαγωγικής καθοδήγησης και υποστήριξης των εκπαιδευτικών μιας περιφέρειας που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ενθαρρύνουν κάθε προσπάθεια για επιστημονική έρευνα στο χώρο της Εκπαίδευσης και συμμετέχουν στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών των σχολείων της περιοχής τους….. 6. Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης έχουν την αρμοδιότητα της παιδαγωγικής καθοδήγησης προγραμμάτων ενισχυτικής διδασκαλίας ή άλλων καινοτόμων προγραμμάτων αντισταθμιστικού χαρακτή­ρα τα οποία εφαρμόζονται στα σχολεία ευθύνης τους

Ακόμη στην ως άνω απόφαση και στην παρ. 2 περ. β του άρθρου 11 ορίζεται επί λέξει: «β. Οι Σχολικοί Σύμβουλοι στα πλαίσια της αρμοδιότητάς τους, εάν επισημαί­νουν προβλήματα διοικητικού χαρακτήρα, ενημερώνουν τα όργανα διοίκησης και εισηγούνται τις αναγκαίες ρυθμίσεις. Σε περίπτωση διαφωνίας τους απο­φασίζει ο Προϊστάμενος του οικείου Τμήματος Επιστημονικής Παιδαγωγικής καθοδήγησης, ύστερα από έγκριση του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευ­σης».

Αντίθετα με τα ανωτέρω, στην υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 ΥΑ και ήδη προσβαλλόμενη, αναφέρεται επί λέξει: «Με απόφαση και σχετική πράξη του Συλλόγου Διδασκόντων ορίζονται ο/οι εκπαιδευτικός/οί που διδάσκουν στο υποχρεωτικό πρόγραμμα και ο/οι εκπαιδευτικός/οί που διδάσκουν στο Ολοήμερο Πρόγραμμα. Σε περίπτωση διαφωνίας την οριστική λύση δίνει ο/η Σχολικός/ή Σύμβουλος».

Προκύπτει αβίαστα από τα ανωτέρω ότι αρμοδιότητα του Σχολικού Συμβούλου είναι μόνο η «επιστημονική και παιδαγωγική καθοδήγηση και υποστήριξη των εκπαιδευτικών» και επομένως από πουθενά δεν συνάγεται ότι καθήκον τους είναι η επίλυση διοικητικών θεμάτων, όπως είναι η κατανομή των τμημάτων των νηπιαγωγείων. Η επίλυση διοικητικών θεμάτων, ανήκει στα καθήκοντα των Περιφερειακών Δ/ντών Εκπ/σης Π.Ε & Δ.Ε, των Διευθύνσεων Π.Ε. και των Διευθυντών και Προϊσταμένων των σχολικών μονάδων, συνεπώς η ενίσχυση των καθηκόντων των σχολικών συμβούλων, με τον τρόπο που επιχειρούν να πράξουν οι ως άνω υπουργικές αποφάσεις, είναι λανθασμένη.

Ακόμη και η περίπτωση που ο Σχολικός Σύμβουλος διαπιστώσει ζητήματα διοικητικής φύσεως, στην περίπτωση αυτή, κατά ρητή και αποκλειστική αναφορά της παρ. 2 περ. β’ του άρθρου 11 της ισχύουσας ΥΑ, ο ρόλος τους είναι καθαρά συμβουλευτικός και γνωμοδοτικός, στερούμενοι επομένως κάθε αποφασιστικής αρμοδιότητας, προς λήψη εκτελεστής απόφασης. Και σε αυτή τη περίπτωση άλλωστε την αποφασιστική αρμοδιότητα έχει ο  Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευ­σης, ο οποίος εγκρίνει την όποια απόφαση.

Ο ρόλος του σχολικού συμβούλου όπως καθορίστηκε από τον Ν. 1304/1982, όταν αντικατέστησε το θεσμό του Επιθεωρητή, είναι σαφέστατα και μόνο η επιστημονική και παιδαγωγική καθοδήγηση και υποστήριξης των εκπαιδευτικών και σε καμία περίπτωση η άσκηση διοικητικών καθηκόντων, όπως καθ’ υπέρβαση ορίζει η υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 ΥΑ.

Συνεπώς εξ αυτού του λόγου, ήτοι την αναγνώριση αρμοδιοτήτων διοικητικής φύσεως στους σχολικούς συμβούλους, μη προβλεπόμενη στις κείμενες διατάξεις, η προσβαλλόμενη τυγχάνει ακυρωτέα.

 

Β.4. Τέταρτος Λόγος Ακυρώσεως: Παράβαση αρχών ισότητας, αμεροληψίας και αξιοκρατίας.

Η υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 Υπουργική Απόφαση και ήδη προσβαλλόμενη, είναι εσφαλμένη γιατί εκδόθηκε κατά παράβαση, της αρχής της ισότητας, της αμεροληψίας και της αξιοκρατίας.

H αρχή της ισότητας, της αμεροληψίας και της αξιοκρατίας μεταφράζονται κατ’ αρχήν στο δικαίωμα καθενός να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας με ίσους όρους. Κατ’ ακολουθία, συνεπάγονται ότι ο νομοθέτης, όταν θεσπίζει προσόντα και προϋποθέσεις για την κατάληψη δημοσίων θέσεων, δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε διακρίσεις βάσει κριτηρίων ασχέτων προς την ικανότητα του υποψηφίου, αλλά ούτε και να τον αιφνιδιάζει ανατρέποντας τα δεδομένα διορισμού του κατά τρόπο παράνομο και αυθαίρετο. Ο διορισμός και κατ’ αναλογία η υπηρεσιακή εξέλιξη του υπαλλήλου πρέπει να γίνεται αποκλειστικά βάσει των προσόντων του και της προσωπικής του αξίας (γνώσεις, επιδεξιότητες, εμπειρία, εργατικότητα, συνεργασιμότητα, άμεμπτο παρελθόν) κατ’ εφαρμογήν ουσιαστικών και κατάλληλων κριτηρίων στοχευόντων μόνον στην προσωπική αξία και την καταλληλότητα του υποψηφίου για τις συγκεκριμένες εκάστοτε προκηρυσσόμενες θέσεις.

Στην υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 υπουργική απόφαση, όμως αναφέρεται επί λέξει: «Με απόφαση και σχετική πράξη του Συλλόγου Διδασκόντων ορίζονται ο/οι εκπαιδευτικός/οί που διδάσκουν στο υποχρεωτικό πρόγραμμα και ο/οι εκπαιδευτικός/οί που διδάσκουν στο Ολοήμερο Πρόγραμμα. Σε περίπτωση διαφωνίας την οριστική λύση δίνει ο/η Σχολικός/ή Σύμβουλος».

Η παραπάνω διάταξη οδηγεί στην εκ των πραγμάτων διάκριση των εκπαιδευτικών σε προνομιούχους και μη, διάκριση η οποία είναι ανεπίτρεπτη ως αντισυνταγματική και παράνομη. Η πιο πάνω διάκριση έρχεται σε άμεση σύγκρουση και αντίθεση προς τα ισχύοντα στην Εκπαίδευση καθώς διακρίνει τους υπηρετούντες σε αυτήν σε προνομιούχους και μη. Μέχρι τώρα και σύμφωνα με την εγκύκλιο σχετικά με την Οργάνωση και Λειτουργία του Ολοήμερου Νηπιαγωγείου (Αρ.Πρωτ.Φ.32/1106/142065/11-09-2015/ΥΠΟΠΑΙΘ), οι θέσεις των νηπιαγωγών στο Ολοήμερο Νηπιαγωγείο είναι ενιαίες και όλες οι νηπιαγωγοί έχουν τα ίδια δικαιώματα στην επιλογή προγράμματος και ωραρίου. Για αυτόν τον λόγο και οι δυο νηπιαγωγοί ακολουθούσαν την εναλλασσόμενη βάρδια (μια εβδομάδα πρωί-μια εβδομάδα απόγευμα). Η παραπάνω απόφαση Σας αφήνει να εννοηθεί πως καταργείται οποιαδήποτε συνοχή και συνέχεια του πρωινού προγράμματος με το απογευματινό, καθώς στο εξής θα υπάρχει μία νηπιαγωγός αποκλειστικά για το υποχρεωτικό ωράριο και μια νηπιαγωγός αποκλειστικά για το ολοήμερο. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος οι αναπληρωτές νηπιαγωγοί, που ως γνωστόν εργάζονται για περιορισμένο χρονικό διάστημα στο νηπιαγωγείο όπου τοποθετούνται, να υποχρεωθούν να αναλάβουν μόνο το ολοήμερο (απογευματινό) ωράριο, παρά τη θέλησή τους, κάτι το οποίο έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν.

Στις παρασχεθείσες οδηγίες με βάση το υπ’ αριθμ. 140510/Δ1/1-9-2016 έγγραφο του, το Υπουργείο ορίζει ότι: «Η κατανομή των τμημάτων θα γίνει το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου από τον Σύλλογο Διδασκόντων, αφού ληφθούν υπόψη κριτήρια όπως η ηλικία (νήπια –προνήπια), το φύλο και οι ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες των νηπίων, με στόχο να υπάρξει μια ισόρροπη κατανομή των μαθητών στα τμήματα. Με απόφαση και σχετική πράξη του Συλλόγου Διδασκόντων ανατίθενται στους εκπαιδευτικούς οι ώρες διδασκαλίας, το τμήμα και οι εφημερίες. Ο/η εκπαιδευτικός αναλαμβάνει το τμήμα που του/της ανατίθεται για όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους. Ο/η Διευθυντής/τρια – Προϊστάμενος/νη του νηπιαγωγείου, λαμβάνοντας υπόψη την τελευταία κατανομή τμημάτων που ίσχυσε κατά το προηγούμενο σχολικό έτος στη συγκεκριμένη σχολική μονάδα, φροντίζει ώστε όλοι οι νηπιαγωγοί (μόνιμοι, αναπληρωτές, αποσπασμένοι) να αναλαμβάνουν ανά έτος, κυκλικά και εκ περιτροπής, το προαιρετικό ολοήμερο πρόγραμμα. Συνιστάται η ανάληψη προαιρετικού ολοήμερου τμήματος για δεύτερη συνεχή σχολική χρονιά από τον ίδιο εκπαιδευτικό να γίνεται μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του συνόλου των μελών του Συλλόγου Διδασκόντων»

Οι παραπάνω ρυθμίσεις των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων οδηγούν στην εκ των πραγμάτων διάκριση των εκπαιδευτικών σε προνομιούχους και μη, διάκριση η οποία είναι ανεπίτρεπτη ως αντισυνταγματική και παράνομη. Η πιο πάνω διάκριση έρχεται σε άμεση σύγκρουση και αντίθεση προς τα ισχύοντα στην Εκπαίδευση καθώς διακρίνει τους υπηρετούντες σε αυτήν σε προνομιούχους και μη. Μέχρι τώρα και σύμφωνα με την εγκύκλιο σχετικά με την Οργάνωση και Λειτουργία του Ολοήμερου Νηπιαγωγείου (Αρ.Πρωτ.Φ.32/1106/142065/11-09-2015/ΥΠΟΠΑΙΘ), οι θέσεις των νηπιαγωγών στο Ολοήμερο Νηπιαγωγείο είναι ενιαίες και όλες οι νηπιαγωγοί έχουν τα ίδια δικαιώματα στην επιλογή προγράμματος και ωραρίου. Για αυτόν τον λόγο και οι δυο νηπιαγωγοί ακολουθούσαν την εναλλασσόμενη βάρδια (μια εβδομάδα πρωί-μια εβδομάδα απόγευμα). Η παραπάνω απόφαση αφήνει να εννοηθεί πως καταργείται οποιαδήποτε συνοχή και συνέχεια του πρωινού προγράμματος με το απογευματινό, καθώς στο εξής θα υπάρχει μία νηπιαγωγός αποκλειστικά για το υποχρεωτικό ωράριο και μια νηπιαγωγός αποκλειστικά για το ολοήμερο. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος οι αναπληρωτές νηπιαγωγοί, που ως γνωστόν εργάζονται για περιορισμένο χρονικό διάστημα στο νηπιαγωγείο όπου τοποθετούνται, να υποχρεωθούν να αναλάβουν μόνο το ολοήμερο (απογευματινό) ωράριο, παρά τη θέλησή τους, κάτι το οποίο έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν.

Η εισαγωγή, επομένως, επιπλέον κριτηρίων και δεδομένων για την κατανομή των τμημάτων μεταξύ των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ίδια σχολική μονάδα, συνιστά ανεπίτρεπτη υπέρβαση των αρμοδιοτήτων των οργάνων που λαμβάνουν τις αποφάσεις, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ανισοτήτων, οι οποίες ουδόλως αμβλύνονται με την πρόβλεψη των διατάξεων για την κατ’ έτος εναλλαγή των τμημάτων, κατά τη στιγμή που ο αναπληρωτής εκπαιδευτικός, είναι σχεδόν απίθανο να βρεθεί στην ίδια σχολική μονάδα και το επόμενο σχολικό έτος, αν φυσικά διορισθεί. Ουσιαστικά περιορίζεται εν τοις πράγμασι ο ρόλος του εκπαιδευτικού που αναλαμβάνει το ολοήμερο ωράριο, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση του, γεγονός που δεν συνάδει με τις διατάξεις του Συντάγματος, περί αξιοκρατίας και ισότητας.

Να σημειωθεί δε ότι η δημιουργία εκπαιδευτικών δύο ταχυτήτων ουδέν προσφέρει στη ομαλή παιδαγωγική διαδικασία, αλλά ενδεχομένως να προκαλεί επιπλέον έριδες και εντάσεις. Η ενιαία αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών αποτελεί παγιωμένη νομική κατάσταση και οι διατάξεις των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων σε καμία περίπτωση δεν συμβαδίζουν με αυτήν.

Η προσβαλλόμενη με τις επικαλούμενες κανονιστικές της διατάξεις δεν συμβάλλει στην εμπέδωση του αισθήματος της ισότητας και της αξιοκρατίας μεταξύ των εκπαιδευτικών της ίδιας σχολικής μονάδας, αλλά αντίθετα συμβάλλει στον διαχωρισμό και την υποβάθμιση του ρόλου μερικών εξ αυτών. Η ως άνω διάκριση της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης τυγχάνει αντισυνταγματική και ως εκ τούτου ακυρωτέα.

 

Β.5. Πέμπτος Λόγος Ακυρώσεως: Παραβίαση άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος.

Κατά πάγια νομολογία του ΣτΕ (πρβλ. ΣτΕ 339/1984, 2112/84 κ.ά.), με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερη δε εκδήλωση αυτής της ελευθερίας αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου. Στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς, αναφερόμενους στην άσκηση ορισμένου επαγγέλματος. Οι τασσόμενοι όμως από το νόμο όροι και προϋποθέσεις επιλογής και ασκήσεως του επαγγέλματος είναι συνταγματικώς επιτρεπτοί, εφόσον ορίζονται γενικώς, κατά τρόπο αντικειμενικό, και δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση πρέπει να ευρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης επαγγελματικής δραστηριότητος.

Εξ άλλου, εν όψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου από αυτού σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν.

Αλλά μια νομοθετική ή κανονιστική ρύθμιση, η επιλογή και θέσπιση της οποίας απόκειται βεβαίως στην, διαφεύγουσα κατ’ αρχήν τον δικαστικό έλεγχο, ουσιαστική εκτίμηση του κοινού ή κανονιστικού νομοθέτη ως προς την σκοπιμότητα και την καταλληλότητά της, προσκρούει στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας όταν είναι κατά κοινή αντίληψη προφανές ότι ο επιβαλλόμενος με αυτήν περιορισμός είναι απρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νόμο σκοπού, ή δεν είναι αναγκαία, ως εκ του ότι υπερακοντίζει το σκοπό τούτο, ή ευρίσκεται σε σχέση δυσαναλογίας μέσου και σκοπού.

Όμως, όσο πιο έντονος είναι ο εισαγόμενος με τη νομοθετική ρύθμιση περιορισμός στη σφαίρα ατομικού δικαιώματος, και ειδικότερα, προκειμένου περί της επαγγελματικής ελευθερίας, όταν αυτός αφορά, σε επιβολή εξ αντικειμένου περιορισμών στην ισότιμη πρόσβαση – άσκηση ενός επαγγέλματος σε πρόσωπα που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα, δηλαδή τις τασσόμενες από το νόμο υποκειμενικές προϋποθέσεις για το επάγγελμα τούτο, τόσο περισσότερο επιβάλλεται από την εκτεθείσα αρχή να είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη η αναγκαιότητα ενός τέτοιου περιορισμού για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νόμο σκοπού. Αυτός ο σκοπός εξάλλου πρέπει να είναι κατά κοινή αντίληψη εξαιρετικός, ώστε να μπορεί, από απόψεως αναλογίας μέσου προς σκοπό, να δικαιολογήσει την επιβολή ενός τέτοιου περιορισμού.

            Η προσβαλλόμενη όμως εισάγει ανεπίτρεπτες διακρίσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών και ειδικότερα σε βάρος των αναπληρωτών, καθώς ενόψει και του ορισμένου της συμβάσεως τους και του είδους της εργασιακής σχέσεως που τους συνδέει με το Δημόσιο, βρίσκονται μοιραία σε ασθενέστερη θέση, οδηγούμενοι εκ των πραγμάτων σε αδυναμία να επιτελέσουν στο ακέραιο τα καθήκοντα τους.

Επιπλέον εισάγεται ένα ανεπίτρεπτο κριτήριο διάκρισης της ποιότητας του διδακτικού έργου που προσφέρει ο κάθε εκπαιδευτικός (ο υπηρετών στο πρωινό τμήμα και ο υπηρετών στο προαιρετικό απογευματινό), διάκριση η οποία ενδεχόμενα να οδηγήσει και σε μελλοντική διάκριση της προσφερθείσας προϋπηρεσίας.

Συνεπώς και για τον ως άνω λόγο η προσβαλλόμενη τυγχάνει ακυρωτέα.

Β.6. Έκτος Λόγος Ακυρώσεως: Παραβίαση του άρθρου 22 του Συντάγματος και του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Η προσβαλλομένη απόφαση, είναι ακυρωτέα γιατί εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 22 του Συντάγματος και του άρθρου 15 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 22 του Συντάγματος ορίζει ρητά, ότι η εργασία αποτελεί δικαίωμα και ειδικότερα: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.»

Ο όρος δικαίωμα εργασίας, ωστόσο, έχει δύο έννοιες: Περιλαμβάνει από την μια την ελευθερία εργασίας ως ατομική ελευθερία (liberté du travail) και από την άλλη την αξίωση εργασίας ως κοινωνικό δικαίωμα (droit du travail).

Το δικαίωμα εργασίας, ως ελευθερία εργασίας, όπως θεμελιώνεται από το Σύνταγμα κατοχυρώνει την ελεύθερη και ανεξάρτητη από οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση επιλογή ή αλλαγή ανεξάρτητης ή εξαρτημένης εργασίας, την ελευθερία επαγγελματικής εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, την ελευθερία άσκησης επαγγέλματος (ως προς τον τρόπο, χρόνο και χώρο) και τέλος την ελευθερία της μη εργασίας, δηλαδή την ελευθερία εργασίας στην αρνητική της μορφή.

Με το Σύνταγμα του 1975/86/01 και την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 κατοχυρώνεται το σύνολο των ευνοϊκών για τους εργαζόμενους ρυθμίσεων που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εργατικό και κοινωνικό κεκτημένο», προσφέρεται στην δικαστική εξουσία η απαραίτητη νομική βάση ώστε κάθε μελλοντικός νόμος που περιορίζει στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα να κηρύσσεται αντισυνταγματικός και καθιερώνεται υποχρέωση στον νομοθέτη μόνο να διευρύνει και όχι να πλήττει και συρρικνώνει το εργατικό και κοινωνικό αυτό κεκτημένο των εργαζομένων.

Τον έστω και περιορισμένο συγκριτικά με άλλες μορφές συνταγματικής προστασίας κανονιστικό χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 22 παρ.1 δέχεται και το Συμβούλιο της Επικρατείας το οποίο στην απόφαση 1133/1983 του ορίζει ότι το άρθρο 22 παρ.1 του Συντάγματος δεν κατοχυρώνει τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις ή το είδος και τη διάρκεια της απασχολήσεως των εργαζομένων, αλλά θεμελιώνει την υποχρέωση του κράτους προς δημιουργία συνθηκών εξασφαλίσεως εργασίας και γενικότερα επαγγελματικής απασχολήσεως στα άτομα, που επιθυμούν και είναι σε θέση να εργασθούν μέσα στα πλαίσια της οικονομικής οργανώσεως και του πολιτικού συστήματος, που διασφαλίζουν οι λοιπές διατάξεις του Συντάγματος.

Αντίστοιχου περιεχομένου είναι και η διάταξη του άρθρου 15 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο: «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να εργάζεται και να ασκεί το επάγγελμα, το οποίο επιλέγει η αποδέχεται ελεύθερα».

Η προσβαλλόμενη με την εισαγωγή διακρίσεων μεταξύ των εκπαιδευτικών, κατά τον τρόπο που προαναφέραμε, οδηγεί σε ευθεία παραβίαση του ευρωπαϊκού κεκτημένου της άσκησης των εργασιακών μας δικαιωμάτων, καθώς διακρίνει τους εκπαιδευτικούς σε δύο κατηγορίες και συνακόλουθα την υποβάθμιση κάποιων από εμάς. Η αποστολή μας ως εκπαιδευτικών αλλοιώνεται, καθώς οι αναλαμβάνοντες το προαιρετικό πρόγραμμα (απογευματινή βάρδια), οδηγούμαστε, a priori, στην υποβάθμιση μας σε προσωπικό που παρέχει υπηρεσίες φύλαξης, αρμοδιότητες ασύμβατες με την ιδιότητα μας και την αποστολή μας.

Ως αναπληρωτές εκπαιδευτικοί έχουμε κριθεί επανειλημμένως στις σχολικές αίθουσες για την ποιότητα του διδακτικού μας έργου, για την σχεδόν σε κάθε περιοχή της χώρας παροχή των υπηρεσιών μας σε δυσπρόσιτες και απομακρυσμένες σχολικές μονάδες, για τη συνεχή προσπάθεια μας για επιμόρφωση και ενημέρωση και η απαξίωση του ρόλου μας και της προϋπηρεσία μας, με τον τρόπο που εμμέσως επιχειρεί, η προσβαλλόμενη να πράξει, είναι βέβαιο ότι οδηγεί στην προσβολή του δικαιώματος μας στην εργασία και την αξιοπρέπεια. Είμαστε άπασες επιτυχούσες σε γραπτούς διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ και γνωρίζουμε απακριβώς την αξία της αξιολόγησης των δυνατοτήτων μας, με αποτέλεσμα να αντιστεκόμαστε σε κάθε προσπάθεια υποβάθμισής του ρόλου μας.

Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι η προσβαλλόμενη οδηγεί στη διάκριση της αξίας των εκπαιδευτικών στην ίδια σχολική μονάδα, κατά παράβαση του Συντάγματος και του ευρωπαϊκού κεκτημένου, η ως άνω Υπουργική Απόφαση παρίσταται ως ακυρωτέα.

 

Γ. ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΝΝΟΜΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ

            Ο αιτούντες έχουμε έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως, διότι είμαστε αναπληρωτές εκπαιδευτικοί κλάδου ΠΕ 60 Νηπιαγωγών (Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης), επιτυχούσες του γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ του 2008, ευρισκόμενες στον σχετικό Πίνακα Αναπληρωτών και άμεσα πληττόμενες από τις αντισυνταγματικές διατάξεις του, καθώς με την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως πρόκειται να απωλέσουμε εργασιακά δικαιώματα κατά τα ανωτέρω.

               Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής, παραδεκτώς δε ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.                Επειδή η προσβαλλομένη ως άνω τυγχάνει παράνομη και ακυρωτέα για τους προαναφερθέντες νομίμους, βασίμους και αληθείς λόγους.               Επειδή η παρούσα ασκείται με προφανές έννομο συμφέρον.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσους επιφυλασσόμεθα να προσθέσουμε στο μέλλον

ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ

–  Να γίνει δεκτή στο σύνολό της η παρούσα Αίτηση Ακυρώσεως.

   – Να ακυρωθεί και να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 130272/Δ1/5-8-2016 (ΦΕΚ/τ.Β΄/2670/26-8-2016) απόφαση του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων περί  καθορισμού του Ωρολόγιου Προγράμματος Ενιαίου Τύπου Ολοήμερου Νηπιαγωγείου.

–  Να καταδικασθεί το αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή της εν γένει δικαστική μας δαπάνης.

Αντίκλητο διορίζουμε τον πληρεξούσιο δικηγόρο μας, Τζαμτζή Παναγιώτη του Νικολάου, κάτοικο Αθηνών, Λ. Αλεξάνδρας αριθμός 146Β, τηλ. 2103829463-6945901805.

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος…

ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΣ;  Πανελλήνιες 2022: Υγειονομική εξέταση και πρακτική δοκιμασία Τ.Ε.Φ.Α.Α.

 

Σχολιάστε το άρθρο

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί Required fields are marked *

*

Δημοφιλή άρθρα



x

ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΤΕ ?

Τρόπος εξέτασης των μαθημάτων ΓΕΛ

Τα θέματα των προαγωγικών και απολυτηρίων εξετάσεων των ΓΕΛ περιλαμβάνουν ποικιλία ερωτήσεων ...