Σκέψεις για τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών στη Δημόσια Εκπαίδευση

Δημοσιεύτηκε:

5:09 μμ Νοεμβρίου 10th, 2013

kathigitis

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Βαγγέλης Κατσιφός, Γ. Γραμματέας του Πανελλήνιου Συλλόγου Καθηγητών Ιταλικής*

Η εκπαιδευτική πολιτική του ΠΑΣΟΚ και των μνημονίων εγκαινίασε τη διάλυση της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης, η οποία, πάντα με τις προσταγές των μνημονίων και τη συνέχιση της πολιτικής διάλυσης με τη νέα κυβέρνηση, κατάντησε παρωδία στο σημερινό δημόσιο σχολείο. Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στη διδασκαλία των ξένων γλωσσών στη δημόσια εκπαίδευση δεν αντανακλά σε καμία περίπτωση τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της ελληνικής κοινωνίας.

Σήμερα, η αγγλική διδάσκεται υποχρεωτικά από την Α’ δημοτικού.  Από τη Ε’ Δημοτικού δίνεται η επιλογή στους μαθητές να διδαχθούν τη γαλλική ή τη γερμανική και στη Α’ γυμνασίου οι μαθητές επιλέγουν ανάμεσα στη γαλλική, γερμανική και μόνο τυπικά την ιταλική και ισπανική γλώσσα. Με τις απανωτές υπουργικές αποφάσεις της υπουργού παιδείας κυρίας Διαμαντοπούλου, οι οποίες έχουν ως κριτήριο για την επιλογή δεύτερης ξένης γλώσσας την ύπαρξη μόνιμου εκπαιδευτικού στο σχολείο, αυτή τη στιγμή στη δημόσια εκπαίδευση διδάσκονται κυρίως η γαλλική γλώσσα, καθότι έχει τους περισσότερους διορισμένους εκπαιδευτικούς, και, όπου υπάρχει μόνιμος καθηγητής, η γερμανική. Το αποτέλεσμα είναι να περιορίζεται η επιλογή των μαθητών ουσιαστικά σε μία γλώσσα, παρ’ όλο που τυπικά τούς δίνεται η δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ περισσοτέρων γλωσσών. Σήμερα, στα περισσότερα σχολεία διδάσκεται η γαλλική γλώσσα, ακολουθεί η γερμανική, σε λιγοστά σχολεία διδάσκεται η ιταλική (έχουν απομείνει 30 μόνιμοι καθηγητές)  και έχει εξαφανιστεί τελείως η ισπανική γλώσσα. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι η ιταλική γλώσσα, πριν τις υπουργικές αποφάσεις της Διαμαντοπούλου, διδασκόταν σε περίπου 30.000 μαθητές σε περίπου 650 σχολεία στην επικράτεια. Όταν στις 24/11/2011 η υπουργική απόφαση της κυρίας Διαμαντοπούλου υποχρέωνε τους μαθητές να επιλέγουν μεν τη γλώσσα που επιθυμούν να διδαχθούν, αλλά να διδάσκονται τη γλώσσα του μόνιμου καθηγητή, οι μόνιμοι καθηγητές της γαλλικής ήταν 3.600, της γερμανικής 1.700, της ιταλικής 31 και της ισπανικής 0. Σημειωτέον ότι η ιταλική γλώσσα εισήχθη στη δημόσια εκπαίδευση τη σχολική χρονιά 2008-2009 και η ισπανική τη σχολική χρονιά 2009-2010. Από τη στιγμή της εισαγωγής τους, οι δύο παραπάνω γλώσσες αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα ένταξης λόγω της προχειρότητας της εκπαιδευτικής πολιτικής, που δεν προέβλεψε τα προβλήματα που θα προέκυπταν από τη δυναμική τους.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης το 2001, θεσμοθέτησε την πολλαπλογλωσσία, σύμφωνα με την οποία ο ευρωπαίος πολίτης είναι καλύτερα να μιλά πολλές γλώσσες σε μέσο επίπεδο, καθότι έρχεται σε επαφή με περισσότερους πολιτισμούς και έτσι μαθαίνει να ελίσσεται καλύτερα στη γλωσσική και πολιτισμική Βαβέλ της Ευρώπης. Η επαφή με περισσότερους πολιτισμούς σημαίνει επίσης την αρμονική συνύπαρξη των πολιτών σε πολυγλωσσικά και πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα, αφού ο πολίτης συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν και άλλοι πολιτισμοί εκτός από τον δικό του, με διαφορετικές συνήθειες και αντιλήψεις. Έτσι, ο πολίτης αποκτά μια διαπολιτισμική άποψη για τον κόσμο και είναι σε θέση να καταρρίψει προκαταλήψεις και πεπαλαιωμένες αντιλήψεις που τον καθιστούν ευάλωτο στην ξενοφοβία και το ρατσισμό. Και αυτή είναι και η πραγματική δύναμη της πολυγλωσσίας.

Πόσες και ποιες γλώσσες, όμως, πρέπει να μαθαίνει ο πολίτης κάποιου κράτους; Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλει ως κύριες γλώσσες εργασίας την αγγλική, τη γαλλική και τη γερμανική γλώσσα, αναγνωρίζοντας έτσι τους αντίστοιχους πολιτισμούς ως κυρίαρχους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και καθιστώντας τους πολιτισμούς των άλλων γλωσσών «δευτερεύοντες». Από τεχνοκρατική άποψη αυτό έχει μια λογική, αλλά έρχεται σε αντίθεση με τα ιδεώδη που προσπαθεί να προωθήσει η πολλαπλογλωσσία: ο πολίτης από τη παιδική ηλικία μαθαίνει να αναγνωρίζει, τους  οικονομικά κυρίαρχους πολιτισμούς από τους «άλλους» και να τους αποδέχεται ως ανώτερους, που λόγω οικονομικής δύναμης πρέπει να επιβληθούν, και εκείνους που δεν είναι τόσο σημαντικοί και μπορεί ακόμη και να εξαφανιστούν χωρίς μεγάλο κόστος για την ανθρωπότητα. Το αποτέλεσμα είναι ο πολίτης του κάθε κράτους να διατηρεί το αίσθημα της ξενοφοβίας και τις προκαταλήψεις του και να μην επιτυγχάνεται ο μετασχηματισμός του σε πολίτη της Ευρώπης και του κόσμου, δηλαδή σε πολίτη που έχει την ικανότητα να συνυπάρχει με πολίτες διαφορετικών πολιτισμών, να αναγνωρίζει τη διαφορετικότητά τους και να συνεργάζεται αρμονικά μαζί τους. Το αυτονόητο, λοιπόν, είναι ότι η επιλογή των διδασκομένων γλωσσών στο δημόσιο σχολείο δεν θα πρέπει να περιορίζεται στις τρεις κυρίαρχες ευρωπαϊκές γλώσσες, αλλά θα πρέπει να διευρυνθεί βάζοντας όλες τις γλώσσες στην ίδια θέση και αποδίδοντας έτσι ίση αξία σε όλους τους πολιτισμούς.

Με το παραπάνω σκεπτικό, όμως, πρέπει να διδάσκονται όλες οι γλώσσες του κόσμου στο δημόσιο σχολείο; Αυτό θα ήταν ιδανικό, επειδή, όμως, είναι πρακτικά αδύνατο, η επιλογή θα μπορούσε να γίνει ανάλογα με το εύρος της γλώσσας, δηλαδή από πόσους ανθρώπους στον κόσμο χρησιμοποιείται, και την εγγύτητα του πολιτισμού της, δηλαδή ανάλογα με το κατά πόσο έχει επηρεαστεί η ελληνική πολιτιστική και οικονομική πραγματικότητα από αυτό τον πολιτισμό. Το δεύτερο κριτήριο, μάλιστα, ίσως να είναι και πιο σημαντικό, αφού ο έλληνας πολίτης μαθαίνει καλύτερα το δικό του πολιτισμό αντικατοπτρικά, ανακαλύπτει τις ιδιαιτερότητές του και έτσι αποβάλει ευκολότερα προκαταλήψεις και εθνικιστικές ιδεοληψίες που προέρχονται από άγνοια ή ημιμάθεια. Σε κάθε περίπτωση, η προσεκτική μελέτη των αναγκών της ελληνικής κοινωνίας θα δείξει ποιες γλώσσες χρειάζεται να εισαχθούν στη δημόσια εκπαίδευση και γιατί.

Στο παραπάνω πλαίσιο, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να αλλάξει και ο ρόλος του εκπαιδευτικού, ο ποίος πρέπει να αναγνωρίσει το ρόλο του όχι μόνο ως φορέα και «πληροφοριοδότη» του πολιτισμού της γλώσσας που διδάσκει αλλά και ως διαμεσολαβητή ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας αυτού του πολιτισμού με τον ελληνικό. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού αλλάζει όταν αλλάζει και το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο πρέπει να προβλέψει ώστε να ικανοποιούνται οι ανάγκες ακόμη και των πιο απομακρυσμένων σημείων της επικράτειας δημιουργώντας συστήματα εκπαίδευσης εξ’ αποστάσεως καθώς και πρωτοπόρα προγράμματα διδασκαλίας των γλωσσών. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι αυτό πρέπει να συνοδεύεται από την κατάλληλη επιμόρφωση των καθηγητών και από αξιοκρατικό σύστημα πρόσληψης και διανομής τους στην επικράτεια. Ο καθηγητής των ξένων γλωσσών πρέπει να φύγει από τη νοοτροπία του εκτελεστή κάποιου «αραχνιασμένου» εγχειριδίου και να αυτενεργήσει ως συντηρητής και δημιουργός πρωτοπόρων συστημάτων διδασκαλίας αλλά και ως συντελεστής διαμόρφωσης των ελλήνων μαθητών σε πολίτες της Ευρώπης και του κόσμου και κυρίως σε ενεργούς πολίτες αυτής της χώρας, οι οποίοι θα απογειώσουν τα ιδανικά της δημοκρατίας και θα φτιάξουν τη χώρα που τους αξίζει, που μας αξίζει.

*Οι παραπάνω απόψεις είναι καθαρά προσωπικές και δεν αντανακλούν σε καμία περίπτωση συνολικά την άποψη του ΔΣ του συλλόγου.

ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ

Γονείς δείτε γιατί το παιδί σας δεν μαθαίνει ξένες γλώσσες στο σχολείο

          

     

Σχολιάστε το άρθρο

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί Required fields are marked *

*

x

ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΤΕ ?

Πανελλαδικές 2017 – Ειδικά Μαθήματα – Τα θέματα στα Γερμανικά και οι απαντήσεις

Συνεχίζονται και σήμερα οι πανελλαδικές με τους υποψήφιους να εξετάζονται στα ειδικά ...

Μοιράσου!