Home / Ιταλικά / Άλλα άρθρα / Η σημασία της διδασκαλίας της Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στην Εκπαίδευση

Η σημασία της διδασκαλίας της Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στην Εκπαίδευση

Δημοσιεύτηκε: 4:14 μμ Σεπτέμβριος 10th, 2012  


Ομιλία της Καθηγήτριας και Προέδρου του τμήματος Ιταλικής Ε.Κ.Π.Α κας Στέλλας Πριόβολου στο International Publishers Exchibition

Η Ελλάδα έχει παραδοσιακούς δεσμούς με την Ιταλία και συνεργασία μακρόχρονη σε θέματα παιδείας και πολιτισμού. Η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών εξέφρασε το 1933 για πρώτη φορά το ενδιαφέρον της για τη διδασκαλία της Ιταλικής Λογοτεχνίας, η οποία ανατέθηκε στον τότε Υφηγητή του Πανεπιστημίου της Πίζας Vincenzo Biagi. Την ίδια χρονιά και για την αμοιβαιότητα των χωρών το Πανεπιστήμιο της Ρώμης, La Sapienza, αποφάσισε την εισαγωγή του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, του οποίου η διδασκαλία ανατέθηκε στον αείμνηστο Καθηγητή Γεώργιο Ζώρα, πρωτεργάτη της εκπαιδευτικής και πολιτιστικής συνεργασίας Ελλάδας-Ιταλίας. Μετά τη λήξη του ελληνοϊταλικού πολέμου πέρασαν πολλά χρόνια για να αρχίσει και πάλι η μορφωτική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών. Το 1958 με συστηματικές προσπάθειες του Γ. Ζώρα λειτούργησε λεκτοράτο Ιταλικής Γλώσσας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και παράλληλα ο ίδιος ανέλαβε εκ νέου τη διδασκαλία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στη Φιλοσοφική Σχολή της Ρώμης.

Αργότερα η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετεκάλεσε από την Ιταλία ως επισκέπτη καθηγητή τον Ιταλιστή Καθηγητή του Πανεπιστημίου της Νάπολης Salvatore Battaglia. Μέχρι το έτος 1989 δίδαξαν μετά από πρόσκληση διευθυντές ή καθηγητές του Ιταλικού Ινστιτούτου καθώς και φιλόλογοι, που αποσπάστηκαν από το Ιταλικό Ινστιτούτο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1990 το μάθημα της Ιταλικής Φιλολογίας εντάχθηκε σε ένα νέο Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής, που ιδρύθηκε το έτος αυτό, ονομάστηκε Γενικό Τμήμα Ξένων Πολιτισμών και περιελάμβανε την Ιταλική, την Ισπανική καθώς και Γλώσσες και Φιλολογίες άλλων χωρών. Αρχικά δίδαξαν επισκέπτες καθηγητές και λέκτορες Πανεπιστημίων του εξωτερικού. Το Γενικό αυτό Τμήμα λειτούργησε εννέα συνολικά έτη και με δεδομένο το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των φοιτητών για την Ιταλική και Ισπανική Φιλολογία, μετεξελίχθηκε το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000 σε Τμήμα Ιταλικής και Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Στη συνέχεια, το ενιαίο Τμήμα των δύο Γλωσσών και Φιλολογιών καταργήθηκε και από το ακαδημαϊκό έτος 2010-2011 λειτουργούν δύο χωριστά Τμήματα: Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας και Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας.

Από το ακαδημαϊκό έτος 2011-2012 το Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας λειτουργεί ως αυτοδύναμο με ένδεκα μέλη ΔΕΠ, ένα ΕΕΔΙΠ και ένα ΕΤΕΠ.

Πρωταρχικός στόχος του διδακτικού προσωπικού είναι να εκφραστεί η δυναμική του Τμήματος στο πλαίσιο των Ξένων Γλωσσών και Φιλολογιών, που διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εκπαιδεύοντας τους φοιτητές με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τη μελλοντική στήριξη της Ιταλικής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αλλά και δίνοντας συγχρόνως τη δυνατότητα εξειδίκευσης των σπουδών τους με την παρακολούθηση προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών.

Από το ακαδημαϊκό έτος 2008-2009 λειτουργεί πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών με τίτλο «Ελληνορωμαϊκές – Ελληνοϊταλικές Σπουδές: Λογοτεχνία, Ιστορία και Πολιτισμός», το οποίο έχει στόχο να αναδείξει τη μοναδική και γοητευτική σχέση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρώμη και παράλληλα να εξετάσει τη διαρκή διαδικασία παιδείας με τη μίμηση της ελληνορωμαϊκής λογοτεχνίας και την αφομοίωση των επιτευγμάτων της από τους ευρωπαϊκούς λαούς. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές καλούνται να ερευνήσουν τα ποικίλα θέματα που ανακύπτουν, και με γνώση της κλασικής αρχαιότητας να επεκτείνουν την έρευνά τους στις νεότερες και σύγχρονες σχέσεις των δύο ευρωπαϊκών χωρών στη λογοτεχνία, την ιστορία και τον πολιτισμό. Εξάλλου, το Π.Μ.Σ. του Τμήματός μας στέλνει και ένα μήνυμα προς την Ενωμένη Ευρώπη για τη βαρύτητα που πρέπει να δίνεται στις γλώσσες και τους πολιτισμούς Ελλάδας-Ιταλίας, που συνδέονται παραδοσιακά με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, στις αξίες του οποίου στηρίχτηκε ο πολιτισμός ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Σε διάλεξή του στους μεταπτυχιακούς φοιτητές του Τμήματος ο Καθηγητής και διατελέσας Πρέσβης της Ιταλίας στη χώρα μας Michelangelo Jacobucci, γνωστός για τον φιλελληνισμό του, διάλεξη με τίτλο «Η Μεγάλη Μητέρα Ελλάδα μεταξύ Ανατολής και Δύσης», τονίζει χαρακτηριστικά: «Στην παγκόσμια κοινωνία, που υποτίθεται ότι εμπνέεται από τη συνάντηση των πολιτισμών, ήρθε πλέον η ώρα να ξεκινήσει μία επαναγραφή του ιδρυτικού μύθου και της ιστορίας των ριζών μας, μία νέα αποτίμηση της συμβολής του Ελληνισμού και στη συνέχεια των «Ρωμαίων» της Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης στην ανθρωπιστική αναβίωση του Ελληνισμού και την ανάδυση μίας ευρωπαϊκής ταυτότητας. Η επανεκτίμηση του πολιτιστικού βάρους της Μεσογείου θα μπορούσε να ωφελήσει, λειτουργώντας ως αντίβαρο στη σημερινή αστάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Και θα πρόσθετα και στη σημερινή καταβαράρθρωση της οικονομίας των χωρών του Νότου. Στο ίδιο, εξάλλου, πνεύμα κινείται και η διαπίστωση του Ιταλού Καθηγητή Luciano Canfora: «Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος από τον οποίο κατάγεται ο δυτικός πολιτισμός παρέχει ένα κριτικό οπλοστάσιο, το οποίο όχι μόνον παραμένει ενεργό, αλλά μπορεί να βγάλει τη σκέψη από πολλά αδιέξοδα».

Tον Φεβρουάριο 2009 είχε κατατεθεί στο Υπουργείο Παιδείας για έγκριση, πρωτόκολλο συνεργασίας μεταξύ του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Πανεπιστημίου της Perugia για τη λειτουργία Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών με τίτλο: «Διδασκαλία της Ιταλικής ως ξένης γλώσσας». Στόχοι του προγράμματος είναι η παροχή γνώσεων υψηλού επιστημονικού επιπέδου για την παραγωγή εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού, ικανού να καλύψει τις ανάγκες στην έρευνα και τη διδασκαλία της Ιταλικής ως ξένης γλώσσας, καθώς και η επιμόρφωση των πτυχιούχων των Φιλοσοφικών Σχολών και καθηγητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στις σύγχρονες μεθόδους και θεωρίες της διδακτικής της ξένης γλώσσας και στη χρήση νέων τεχνολογιών.

Δυστυχώς, η πρόταση των δύο Πανεπιστημίων για κοινό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Εξειδίκευσης στη Διδακτική της Ιταλικής ως Ξένης Γλώσσας δεν πήρε ποτέ απάντηση. Αντιθέτως το Υπουργείο Παιδείας, καθιερώνοντας την Αγγλική ως σχεδόν «μητρική» γλώσσα αποφάσισε να διδάσκεται από το ακαδημαϊκό έτος 2011-12 μία δεύτερη ξένη γλώσσα, η οποία θα επιλέγεται μόνον μεταξύ της Γαλλικής και της Γερμανικής. Με τη γλωσσική αυτή πολιτική, η Ιταλική βρέθηκε στο περιθώριο. Με δεδομένη την πολιτισμική αλλά και ιστορική σημασία της Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας για την ελληνική εκπαίδευση αλλά και της Ελληνικής για την αντίστοιχη Ιταλική, ο παραγκωνισμός της Ιταλικής είναι , με δεδομένο επιπλέον και το ενδιαφέρον των νέων μας για τη γλώσσα αυτή, επιεικώς ακατανόητος. Η πρωτοφανής οικονομική κατάρρευση της Ε.Ε. και ιδιαίτερα της χώρας μας έχει φέρει και την Παιδεία σε όρια επικίνδυνα. Αξίζει όμως στο σημείο αυτό να θυμηθούμε ποια είναι η επίσημη ευρωπαϊκή πολιτική για τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών στην εκπαίδευση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, λοιπόν, σε συνεργασία με το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Unesco είχαν αφιερώσει στις γλώσσες το έτος 2001, το οποίο και χαρακτηρίστηκε ως «ευρωπαϊκό έτος γλωσσών». Στον εορτασμό του είχαν συμμετάσχει 47 κράτη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, όπου το Υπουργείο Παιδείας είχε την κύρια ευθύνη της διοργάνωσης εκδηλώσεων, στις οποίες είχα λάβει ενεργό μέρος ως Ειδική Γραμματέας Παιδείας Ομογενών και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης. Οι πρωτοβουλίες των κρατών για το πρόγραμμα στήριξης των γλωσσών από την Ε.Ε. στόχο είχαν αφ’ ενός την ευαισθητοποίηση στο θέμα της γλωσσικής πολυμορφίας της Ευρώπης και την προώθηση της γλωσσομάθειας και αφ’ ετέρου τη σύσφιγξη των σχέσεων ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς λαούς και την αναγνώριση των γλωσσών ως απαραίτητων στοιχείων για την ενότητα της Ε.Ε. Βασική ιδέα του εορτασμού αυτού ήταν πως η γνώση των γλωσσών είναι σημαντικός παράγοντας για την αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των λαών, τη σταθερότητα της δημοκρατίας, την εύρεση εργασίας και την κινητικότητα.

Το 2011 στην Ιταλία γιορτάστηκαν τα 150 χρόνια της Παλιγγενεσίας και στην επέτειο αυτή ήταν αφιερωμένο και το συνέδριο του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας με θέμα «Ελλάδα-Ιταλία πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις» Η παράσταση του Ναμπούκο του Βέρντι στην Όπερα της Ρώμης, με τον Αρχιμουσικό Ρικάρντο Μούτι, ήταν η κεντρική εορταστική εκδήλωση για τα 150 χρόνια από την Ένωση της Ιταλίας. Στην παράσταση αυτή, ο Μούτι έδειξε το δρόμο για την ανάκαμψη από την παγκόσμια κρίση της εποχής μας μέσα από τον πολιτισμό. Σ’ αυτόν ακριβώς τον τομέα πιστεύει ότι η Ιταλία με την Ελλάδα μπορούν να συνεργαστούν αποτελεσματικά, γιατί στις χώρες αυτές γεννήθηκαν οι μεγάλες ιδέες, άνθησε ο πολιτισμός, ο οποίος από τον ευρωπαϊκό Νότο μεταδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο. Ευρώπη χωρίς Ελλάδα ίσον βαρβαρότητα, τόνισε ο Μούτι, και πρόσθεσε ότι το αρχαίο ελληνικό δράμα αποτελεί τη βάση, το θεμέλιο του σύγχρονου δυτικού θεάτρου και σήμερα το ενδιαφέρον γι’αυτό είναι ίσως πιο έντονο από ποτέ. Ο Μούτι, εξάλλου, θύμισε στους θεατές ότι στις 9 Μαρτίου ο Ναμπούκο έκανε πρεμιέρα ως μια όπερα πατριωτική, σχετική με την εθνική ταυτότητα της Ιταλίας. Με βάση τη γνωστή φράση «ohmiapatriasibellaeperduta» ο Μούτι είπε ότι η εντύπωση που επικρατεί στο εξωτερικό για την πατρίδα του είναι ότι πρόκειται για μια χώρα όμορφη, ωστόσο αν ο πολιτισμός της πεθάνει, θα είναι πραγματικά μια χώρα όμορφη αλλά χαμένη, και κάλεσε τους πολίτες να ενώσουν τη φωνή τους για τη διάσωση του πολιτισμού αυτού.

Σε μια πολυγλωσσική και πολυπολιτισμική Ευρώπη όλες οι γλώσσες είναι ισότιμες, γιατί η γλώσσα και ο πολιτισμός κάθε λαού είναι στοιχεία ταυτότητας μοναδικά, και όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Umberto Eco «καθώς κάθε γλώσσα προτείνει ένα διαφορετικό μοντέλο του κόσμου, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρίσουμε μια γλώσσα παγκόσμια, γιατί η γλωσσική διαφορετικότητα αποτελεί τον πραγματικό πλούτο της Ευρώπης».

Κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω ότι για τη διάσωση του πολιτισμού και της παιδείας μας στην οποία περιλαμβάνεται η πολύτιμη και απαραίτητη πλέον για τους νέους ξενόγλωσση εκπαίδευση, οφείλουμε να αγωνιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις και από όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα για την Ιταλική Γλώσσα θα πρέπει να απαιτήσουμε την ισότιμη ένταξή της στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών στα ελληνικά σχολεία. Συγχαρητήρια και πάλι για τη σημερινή εκδήλωση του Πανελλήνιου Συλλόγου Καθηγητών Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, που εντάσσεται αναμφίβολα και αυτή στην προσπάθεια και τον αγώνα που ανέφερα.

Καθηγήτρια Στέλλα Πριόβολου,

Πρόεδρος του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Διευθύντρια Π.Μ.Σ. του Τμήματος

www.xenesglosses.eu, www.inital.gr


 

Σχολιάστε το άρθρο

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί Required fields are marked *

*

Δημοφιλή άρθρα



Sorry. No data so far.

x

ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΤΕ ?

Η μεγαλύτερη διεθνής έκθεση για μεταπτυχιακά επιστρέφει στην Ελλάδα

Η μεγαλύτερη διεθνής έκθεση για μεταπτυχιακά επιστρέφει στην Ελλάδα Η QS – ...